ΚΙ ΟΜΩΣ ΠΟΛΛΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΑΛΗΘΙΝΑ!!!

Μια μέρα σκοτώθηκε μια γυναίκα που ήταν μεγάλη πολιτικός και μεγαλοστέλεχος στο κόμμα της, με υπουργεία και πολλές περγαμηνές. Όταν έφτασε στον άλλο κόσμο, την υποδέχτηκε ο Aγιος Πέτρος και της λέει:
“Που θα ήθελες να περάσεις την αιωνιότητα σου, στην Κόλαση ή στον Παράδεισο;”
Εκείνη το σκέφτεται λίγο και λέει: – “Δεν είμαι σίγουρη.” – “Τότε”, λέει ο Aγιος Πέτρος, “θα κάνουμε το εξής, θα περάσεις 24 ώρες στην Κόλαση και 24 ώρες στον Παράδεισο και μετά αποφασίζεις.” Η πολιτικός συμφωνεί. Πάνε λοιπόν, στην Κόλαση. Εκεί η πολιτικός βλέπει όλους τους πολιτικούς φίλους της που είχαν πεθάνει να παίζουν γκολφ, να ποντάρουν στο καζίνο, να πίνουν σαμπάνια, να φλερτάρουν με ωραίους άντρες και πανέμορφες γυναίκες και γενικά να διασκεδάζουν πολύ. Ακόμα και ο Διάβολος ήταν μαζί τους και κάνανε παρέα, λέγοντάς τους τα καλύτερα πρόστυχα και πικάντικα ανέκδοτα. Όλα πολύ ωραία και η πολιτικός περνούσε υπέροχα. Πριν το καταλάβει, πέρασαν οι 24 ώρες και ήρθε ο Aγιος Πέτρος να την πάρει να πάνε στον Παράδεισο. Ο Παράδεισος ήταν ένα πολύ όμορφο και ήσυχο μέρος με ήρεμη ατμόσφαιρα, οι άγγελοι έπαιζαν γαλήνια μουσική με τις άρπες και τις λύρες τους, οι φιλόσοφοι μιλάγαν για τη ζωή και το θάνατο και όλοι μαζί συζητούσαν με το Θεό που ήταν πολύ γλυκός κι ευχάριστος τύπος. Η πολιτικός αισθανόταν πολύ όμορφα και πριν το καταλάβει, πέρασαν και αυτές οι 24 ώρες, ώσπου ήρθε ο Aγιος Πέτρος να τι ρωτήσει τι αποφάσισε τώρα που είδε και τα δύο μέρη. Η πολιτικός το σκέφτεται λίγο και του λέει:
– Ο Παράδεισος ήταν πολύ ωραίος και γαλήνιος, αλλά στην Κόλαση ήταν όλοι οι φίλοι μου και διασκέδαζαν πιο πολύ, οπότε θα προτιμήσω την Κόλαση.
Ο Aγιος Πέτρος σέβεται την επιθυμία της και την στέλνει στην Κόλαση. Όμως, η Κόλαση ήταν λίγο διαφορετική τώρα, ένα διαλυμένο μέρος με αποπνικτική ατμόσφαιρα και όλοι οι φίλοι της πολιτικού δούλευαν στα κάτεργα και κουβαλούσαν τεράστιες πέτρες, ενώ και ο Διάβολος ήταν πάνω από τα κεφάλια τους και διέταζε συνεχώς. Η πολιτικός δυσαρεστημένη πάει και τον ρωτά:
– Τι έγινε εδώ; Προχθές όλα ήταν τόσο ωραία και όλοι διασκέδαζαν. Και ο Διάβολος της απαντά:
– Τότε είχαμε προεκλογική εκστρατεία, σήμερα μας ψήφισες!!!

ΜΙΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ!

Μια συγκινητική ανθρώπινη ιστορία που εκτυλίχθηκε κάποια μακρινά Χριστούγεννα στην Τραπεζούντα, με πρωταγωνιστή έναν Τούρκο, τον Μολλά Μουσταφά.
«Δεν ήταν ούτε τριάντα χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες – 216 γρόσια – μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή οικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους έπαιρνε και για πλούσιους.

Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο.

Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάμει τίποτε.

Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.

Με τα διακόσια δεκαέξι γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος.

Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Κι όπως δεν υπήρχαν τότε οι δι¬άφορες κοινωνικές ασφαλίσεις κι όλα τα μικρά αποκούμπια που βρίσκει σήμερα κουτσά – στραβά η φτωχή οικο¬γένεια που χάνει τον δουλευτή προστάτη της, η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής.

Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύκτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί πάνω σ’ όλη την τραγωδία που άρχιζε για κείνη και για το μικρό της.

Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας.

Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο τους, άφησαν κι ο ένας κι η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τούς ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί.

Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.

Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε τριακόσια γρόσια.

-Αυτά, της είπε, είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.

Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.

Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!

Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει, όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του μα κι η ίδια.

Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόνε ν’ αφήσει το μωρό;

Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.

Έτσι η χήρα η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της.

Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια. Μάλιστα ένας χηριός, που γύρισε απ’ τη Ρωσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα, μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατριό στο παιδί της, και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της.

Πέρασαν δέκα χρόνια. Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γηράσανε πρόωρα τη Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της.

Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.

Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα.

Έβαλε γυαλιά. Μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά όσον έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε δεκαέξι χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάστασις έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνη ούτε και με τα γυαλιά… Θέλησε να ξενοδουλέψει δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γήρασε πρόωρα.

Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο – κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα – και να τον βάλει σε δουλειά για να τα βολέψουν, η Δέσποινα – που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός – της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.

Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σκολειό!

Δεκατρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του αντρός της, άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων τόσο εύκολα.

Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό τό ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε δηλαδή να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;

Τίποτε; Και το χρυσό ωρολόγι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;

Α!… όλα κι όλα! Το ωρολόγι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γυιό μας όταν θα τον αρρα-βωνιάσουμε!..».

Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. Ογδόντα γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θάπαιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος. Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.

-Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!..

Παραμονή Χριστουγέννων!
Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη – χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές, – όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενοσόκακα του Αγίου Βασιλείου.

Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του, ένα πραγματικό μεγάλο κιβώτιο κολλημένο στο ντουβάρι του τζαμιού που ήταν εκεί στην άκρη της αγοράς. Στην πρόσοψη του δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του.

Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως-όπως το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.

-Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλληκάρι σου;

Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και, ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέγει του Τούρκου:

-Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μούλεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό, γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…

-Σ’ ακούγω, κυρα Δέσποινα, όπως θάκουγα την κόρη μου λέγε…

Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ωρολόγι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:

-Είναι τ’ ωρολόγι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο για μια λίρα.

Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.

Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας δυο λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.

-Τ’ ωρολόγι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά. Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος. Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.

Πήρε τ’ ωρολόγι με την καδένα και τόκλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες.

Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.

-Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.

-Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.

Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, σε τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.

-Άκου, κόρη μου! …Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω… Μπορείς;

-Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.

-Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα… Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της… Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία… Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…

-Δεν είν’ απ’ εδώ;

-Μη μ’ αρωτάς… Άφησε να τελειώσω… Μετά την μετάληψη θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα… Όποιος σ’ αρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό, για από κάποια άλλη πολιτεία.

-Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;

Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απήντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:

-Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σουρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της, εγγονή μου! …Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, Τούρκος, μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μοy για τα Χριστούγεννα…

-Θεέ μου, ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου η επίκληση αυτή απ’ το στόμα της Δέσποινας…

-Αν φοβάσαι, δεν θα σου έρθουν, λέγει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.

-Όχι… όχι… να έρθουν… να έρθουν, φωνάζει η Δέσποινα και τα μάτια της γεμίζουν με δάκρυα.

Δακρύζει κι ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι χωρίς να πει τίποτε άλλο.

Σηκώνεται η Δέσποινα. Προτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:

-Πώς είν’ τ’ όνομα της;

-Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάμω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν.

Δυο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά.

Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσανε και επέστρεψαν στο σπίτι κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους, όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό.

Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα. Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε κι ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη.

Είκοσι τρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ωρολόγι με την καδένα του στον γιό της τον Νίκο, την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά.
Πηγή: totalpress365.gr

Οι τρεις γέροντες: όμορφη διδακτική ιστορία

Μία φορά κι έναν καιρό μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. Παρόλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε: Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
Αυτοί την ρωτάνε: Ο άντρας σου είναι στο σπίτι; Όχι δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη. Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες. Όταν επέστρεψε ο σύζυγος, η γυναίκα του περίγραψε το περιστατικό. Ας έρθουν, τώρα που επέστρεψα!
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί. Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι, της λένε οι τρεις γέροντες. Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί!
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγά ξεκινώντας να της συστήνεται: Είμαι ο Πλούτος, της λέει. Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία. Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη. Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άνδρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας. Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άνδρας ενθουσιάζεται και λέει: Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε! Η σύζυγος του όμως δεν συμφωνούσε: Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας; Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει: Δε θα ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη; Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη! Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά: Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας. Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν! Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία: Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί: Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!

Ένα ανέκδοτο που λέγει μία μεγάλη αλήθεια! (σχολιασμός)

Ένας Εβραίος αποφάσισε να γίνει χριστιανός και θέλησε να εξετάσει τις εκδοχές του χριστιανισμού για να επιλέξει.
Βρίσκει λοιπόν έναν ορθόδοξο, έναν προτεστάντη κι έναν παπικό. Τους λέει τις προθέσεις του κι εκείνοι συμφωνούν να τον «ξεναγήσουν» στις εκκλησίες τους.
Πάει ο Εβραίος με τον προτεστάντη μια Κυριακή, μπαίνει στο ναό και βλέπει τους ανθρώπους τακτοποιημένους με τα καλά τους ρούχα, ο καθένας στο κάθισμα του, μπροστά από τον κάθε πιστό μια Καινή Διαθήκη, η χορωδία να λέει τους ύμνους αρμονικά, τα πάντα να λάμπουν από καθαριότητα και μετά το τέλος όλοι του φερθήκαν ευγενικά με πολύ καλούς τρόπους.
Την επόμενη Κυριακή συνεννοήθηκε με τον παπικό να πάει στο δικό του ναό. Μπαίνει μέσα, πλένει τα χέρια, ρίχνει το κέρμα ν ανάψει το λαμπάκι αντί για κερί και κάθεται. Ούτε εκεί όρθιοι, όλοι στα καθίσματά τους με τάξη και αρμονια. Άκουσε και την εγκύκλιο του Πάπα, είδε και τις φωτογραφίες του που δέσποζαν ακόμα και εντός του ναού. Πέρασε η ωρα, τέλειωσε η λειτουργία ,τον καλοδεχθήκαν, τον κέρασαν κι έφυγε.
Την τρίτη Κυριακή κανόνισε να πάει στην ορθόδοξη εκκλησία. Μπαίνει μέσα και βλέπει άλλους να μιλάνε μεταξύ τους, πολλούς όρθιους γιατί δεν έφθαναν τα καθίσματα, τη νεωκόρο να μαλώνει με μια κυρία γιατί της έσβησε γρήγορα το κερί που άναψε, άκουγε τα μωρά να τσιρίζουν και να μη τα παρατηρεί κανείς, ο παπάς να φωνάζει στον ψάλτη να τελειώσει τα τεριρέμ κλπ. Μόλις τελείωσε η λειτουργία άρχισαν και τα μνημόσυνα, όπου άλλοι έβγαιναν στην εκκλησία κι άλλοι έμπαιναν με θόρυβο και φασαρία. Ο ορθόδοξος απογοητεύτηκε από την εικόνα που είδε ο «προσήλυτος» Εβραίος.
Την επόμενη εβδομάδα συναντήθηκαν όλοι για να μάθουν τι αποφάσισε ο Εβραίος.
Όταν βρεθήκαν όλοι μαζί τους λέει:
Στην προτεσταντική εκκλησιά είδα μεγάλη τάξη και ευγένεια.
Στην παπική είδα μεγάλη αφοσίωση στον πνευματικό σας αρχηγό και τις οδηγίες του ιερέα σας.
Στην ορθόδοξη εκκλησιά είδα τέτοιο μπάχαλο που δεν το περίμενα!!!
Ο ορθόδοξος σκυθρώπιασε απογοητευμένος, ενώ οι άλλοι δυο αναθάρρησαν.
Και καταλήγει ο Εβραίος: Θα γίνω ορθόδοξος!!! Μα πώς? αναρωτιούνται οι άλλοι. Ακούστε, λέει ο Εβραίος. Τα δικά σας δικαιολογούνται με την τάξη που έχει ο ένας και την πειθαρχία που έχει ο άλλος…
Τούτο εδώ -και δείχνει τον ορθόδοξο- δεν δικαιολογείται αλλιώς. Με τέτοιο μπάχαλο, μόνο αν έχεις τον Θεό μαζί σου διατηρείσαι 2000 χρόνια!
Σχόλιο: Δυστυχώς μέσα στους Ιερούς Ναούς επικρατεί αυτή η απίστευτη αταξία. Βεβαίως όχι σε όλους τους ναούς αλλά κυρίως στους μεγάλους ναούς των πόλεων. Ο εκκλησιασμός έχει γίνει μία συνήθεια και γι’ αυτό τον λόγο οι πιο πολλοί χριστιανοί εξοικειώνονται με τον χώρο, με τα μυστήρια.
Η συνειδητοποίηση: σε ποιον χώρο βρισκόμαστε, γιατί βρισκόμαστε εκεί θα πρέπει να μας απασχολήσουν ώστε να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε πλεύση πορείας, τρόπους συμπεριφοράς μέσα στους Ιερούς Ναούς αλλά και κατ’ επέκταση και στην ζωή μας.
Η αταξία που υπάρχει στους Ιερούς Ναούς, υπάρχει και στις Δημόσιες Υπηρεσίες, υπάρχει στην καθημερινή ζωή μας…εάν λοιπόν δεν πάψουμε να κοιτούμε μόνο τον εαυτούλη μας αποκλείεται να υπολογίζουμε τον άλλον, αποκλείεται να αυτοκυριαρχήσουμε πάνω στις κακές μας συνήθειες.
Η τάξη ειδικά μέσα σε κάποιον Ιερό Ναό αποδεικνύει τελικά και την ευλάβεια που έχουμε, και την πνευματική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε….εάν δεν μπορώ να συγκρατήσω το στόμα μου για 1ώρα μεσα στο Ναό, θα μπορώ να συγκρατηθώ και να μην κατακρίνω εκτός Ναού;
Εάν κοιτώ το ρολόι μου μήπως περάσει η ώρα και αργήσω (στο ραντεβού μου)…ενώ εκείνη την ώρα τελείται κάποιο Μυστήριο αποδεικνύεται ότι τελικά δεν πιστεύω στα «Μυστικώς τελούμενα»!!!
Ας ακούσουμε τον Αρχάγγελο που μας λέγει: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά Φόβου….» ας μην παρακούμε αυτήν την εντολή…για να μην γινόμαστε Θεομπαίχτες…

Μόλις το ζήτησε, τακ!

Στον δρόμο, καθώς πηγαίναμε προς το κελί του αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, μου λέει ο π. Γεννάδιος [μοναχός της Μονής Ιβήρων, όπου φυλάσσεται η εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας]:
«Πάτερ Βασίλειε, εσύ που είσαι παλαιότερος εδώ πέρα, έχω μια σφοδρά επιθυμία. Να βρούμε κανέναν ξυλογλύπτη, να μου κάνη μία καρδιά από ξύλο, και εγώ να κάνω μέσα την Παναγία χρυσή, γιατί ξέρω από σχέδιο. Να κάνω την Παναγία μας χυτή χρυσή, να την βάλουμε μέσα στην καρδιά. Μάλιστα θα ήθελα στην καρδιά να έχει και τριαντάφυλλα», μου έλεγε. Του λέγω: «Αυτό είναι πανεύκολο». Τότε υπήρχαν πολλοί ξυλογλύπτες. «Θα πούμε σ’ ένα ξυλογλύπτη να σου κάνη μία καρδιά. Δεν είναι τίποτα αυτό. Εύκολο είναι. Μη στεναχωριέσαι». Μου λέγει: «Ξέρεις, πάτερ Βασίλειε; Την έχω την Παναγία μέσα στην καρδιά μου». Και όντως την αγαπούσε, την υπεραγαπούσε την Παναγία μας ο π. Γεννάδιος.
Εκείνη την στιγμή που τα λέγαμε αυτά, από την απέναντι μεριά του δρόμου, να ένας γέροντας, ψηλός, ασπρογένης, μακρυγένης. Του βάζουμε μετάνοια. Του φιλάμε το χέρι. Στον πατέρα Γεννάδιο, ο όποιος του φίλησε δεύτερος το χέρι, του δίνει ένα μαντηλάκι λέγοντας του: «Πάτερ Γεννάδιε, αυτό για σένα». Τον αποκάλεσε με το όνομά του. Τον κοιτάζω εγώ και του λέγω: «Τον ξέρεις τον γέροντα αυτόν;». «Όχι», μου λέει. «Εσύ; Έχεις πολλά χρόνια εδώ πέρα, εγώ είμαι νέος μοναχός». «Όχι», του λέω. «Και εγώ πρώτη φορά τον βλέπω». Κοιτάμε πίσω, για να δούμε τον γέροντα. Εξαφανίστηκε από τον δρόμο. «Ε!», λέω «κάπου θα πήγε μέσα στο δάσος. Για να δούμε τί σου έδωσε. Έμενα δεν μου έδωσε τίποτα», παραπονέθηκα. Ανοίγει το μαντηλάκι και βλέπουμε μία καρδιά με την Παναγία χρυσή μέσα, και μάλιστα την Πορταΐτισσα. Δεν ήταν οποιαδήποτε Παναγία, αλλά η Πορταΐτισσα.
Τότε και εγώ πονήρεψα και του λέω: «Είχατε ραντεβού με τον γέροντα και με κορόιδευες τόσην ώρα λέγοντας μου, να βρούμε κάποιον ξυλογλύπτη να σου κάνη μια καρδιά». «Όχι», λέει. «Ούτε τον ξέρω, ούτε τον έχω ξαναδεί». Αλλά τον αποκάλεσε με το όνομα του· εκείνη την στιγμή που επιθυμούσε. Τανκ! Αυτήν την καρδιά την κρατούσε πάντα επάνω του. Όταν κοιμήθηκε ο π. Γεννάδιος -έχει τρία χρόνια τώρα-, ο υποτακτικός του την άφησε επάνω του, και τον θάψαμε μαζί με την καρδιά. Μάλιστα σήμερα σκεφτόμουνα ότι μπορεί το ξύλο να σάπισε, αλλά το μέταλλο το χρυσό… Αν θα ανοίξουνε τον τάφο στα 3 ή 7 χρόνια -πότε θα τον ανοίξουνε δεν ξέρω-, μπορεί να την βρούμε την Παναγίτσα αυτή. Δεν έπρεπε να την βάλει μέσα στον τάφο, αλλά δυστυχώς την έβαλε.

Τα… «γουρουνάκια» της Παναγίας!

Στο περιβόλι της Παναγίας μας (το Άγιο Όρος), η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
πό τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής, που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει “πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” [=όλοι να σωθούν και να συνειδητοποιήσουν την αλήθεια (φράση από την Αγία Γραφή)].
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί [=μαθητευόμενοι], οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της μέθης. Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας [=πνευματικός οδηγός τους] και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της μέθης τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: “Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”.
Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπάκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: “Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”. Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπάκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει “Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν”.
Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας. Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Αναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τούς δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν “τα γουρουνάκια” στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της μέθης, αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως το Άγιο Όρος να ονομάζεται “περιβόλι της Παναγίας”, διότι περιέχει όλων των ειδών τα “λουλούδια”, αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα “γουρουνάκια”…

Η Παναγία που φτιάχνει τσάι

Διήγηση μοναχού από την Αδελφότητα των Ιωασαφαίων

…Αλλά και οι λαϊκοί που μένουνε εδώ στο Άγιον Όρος παίρνουνε μία χάρη, παρ’ ότι πολλές φορές βλέπουμε ότι δεν έχουνε και βίο σωστό και πολλές φορές ίσως μας σκανδαλίζουν. Μερικοί λένε: Συνέχεια ανάγνωσης

Η Παναγία και ο κλόουν

Ο Πέτρος Γκουερέν ήταν σπουδαίος κλόουν.
Τα χρόνια όμως πέρασαν, γέρασε και δεν έβρισκε πια δουλειά.
Συνέχεια ανάγνωσης

Ο μοναχός κι ο ποντικός

Κάποτε κάποιος μοναχός, άφησε το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. Συνέχεια ανάγνωσης

Ο μοναχός κι ο σκορπιός

Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται. Συνέχεια ανάγνωσης